Ορισμός του FGM
Ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM), γνωστός και ως «γυναικεία γεννητική τομή», συνίσταται στην ολική ή μερική αφαίρεση των εξωτερικών γυναικείων γεννητικών οργάνων ή σε οποιαδήποτε βλάβη που προκαλείται στα γυναικεία γεννητικά όργανα για μη ιατρικούς λόγους (Vella et al., 2015). Ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων είναι μια παραδοσιακή επιβλαβής πρακτική που επηρεάζει την υγεία και τα σωματικά δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών σε όλο τον κόσμο. Σε διεθνές επίπεδο, ο FGM/C θεωρείται πολύ σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκδήλωση της ανισότητας των φύλων.
Η ηλικία στην οποία διαπράττεται το έγκλημα ποικίλλει ανάλογα με τη χώρα και την κοινότητα, συνήθως μεταξύ της γέννησης και της πρώτης εγκυμοσύνης, αλλά δυστυχώς είναι πιο συχνή μεταξύ των ηλικιών 4 και 14 ετών.
Ο FGM έχει αναγνωριστεί ως μορφή βασανιστηρίου ή κακομεταχείρισης, καθώς προκαλεί έντονο πόνο και ταλαιπωρία. Δεν γίνεται για ιατρικούς λόγους, αλλά με σκόπιμη απόφαση κάποιου άλλου εκτός από το θύμα (γονέα, μέλος της οικογένειας ή της κοινότητας), σε γυναίκες και κορίτσια με κίνητρα που σχετίζονται με το φύλο και το καθιστούν διακριτικό, με το θύμα σε κατάσταση αδυναμίας και όπου τα κράτη δεν λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα για την πρόληψη και την προστασία από την πρακτική, καθώς η αδιαφορία και η αδράνεια οδηγούν στην ενθάρρυνση της πρακτικής (Leye & Kehrer, 2018).
Παραπομπές:
Leye, E., & Kehrer, I. (2018). Female genital mutilation as a form of torture and other cruel, inhuman, or degrading treatment or punishment: Intersections with the migration context. In Gender perspectives on torture: Law and practice (pp. 105-122). American University Washington College & Law, Center for Human Rights & Humanitarian Law. https://www.academia.edu/36940951/Female_Genital_Mutilation_as_a_Form_of_Torture_and_Other_
Vella, M., Argo, A., Costanzo, A., Tarantino, L., Milone, L., & Pavone, C. (2015). Female Genital Mutilations: Genito-Urinary Complications and Ethical-Legal Aspects. Urologia Journal, 82(3), 151-159. https://doi.org/10.5301/uro.5000115